Skip to content

Chapter I: Man and His Belongings

Text size

(1) THE BODY

Appetite, ὄρεξις, -εως, ἡ.
Arm, βραχίων, -ονος, ὁ.

Bandy-legged, βλαισός, -ή, -όν.
Blind, τυφλός, -ή, -όν.
Bosom, στῆθος, -εος, τό.
Bowels, τὰ ἔντερα.
Boy, παῖς, παιδός, ὁ.
Bread, ἄρτος, ὁ.
Breakfast, ἄριστον, τό.
Breast, στέρνον, τό.
Breath, πνεῦμα, -ατος, τό.
Butter, βούτῡρον, τό.
Button up, to, κομβοῦμαι.

Cake, πέμμα, -ατος, τό.
Choke, trans., πνίγω, -ξω.
Cough, βήξ, -χός, ὁ or ἡ.
Creep, to, ἑρπύζω.
Dessert, τραγήματα, τά.
Digested, easily, εὐκατέργαστος, -ον.
Digestion, κατεργασία, ἡ.
Dinner, δεῖπνον, τό.
Disease, νόσος, ἡ.
Drink, πόμα, -ατος, τό.
Drink, to, πίνω.
Dyspepsia, δυσπεψία, ἡ.

Ear, οὖς, ὠτός, τό.
Eat, to, ἐσθίω.
Elbow, ἀγκών, -ῶνος, ὁ.
Erect, ὀρθός, -ή, -όν.
Excrement, τὰ περισσώματα.
Eye, ὀφθαλμός, -οῦ, ὁ.

Face, πρόσωπον, τό.
Fat, παχύς, -εῖα, -ύ.
Fever, πυρετός, ὁ.
Food, βρῶμα, -ατος, τό.
Foot, πούς, ποδός, ὁ.
Forehead, μέτωπον, τό.

Gout, ποδάγρα, ἡ.
Gums, οὖλα, τά.

Hair, θρίξ, τριχός, ἡ.
Head, κεφαλή, ἡ.
Health, ὑγίεια, ἡ.
Heel, πτέρνα, -ης, ἡ.
to kick with the heel, λακτίζω.
Hungry, to be, πεινάω.
Hungry, to be very, λῑμώττω.

Inflammation, φλέγμα, -ατος, τό.

Jaw, γνάθος, ἡ.

Knee, γόνυ, -ατος, τό.

Lament, to, πενθέω.
Laugh, to, γελάω.
Leg, σκέλος, -εος, τό.
Limp, to, χωλεύω.
Lip, χεῖλος, -εος, τό.
Lungs, πνεύμων, -ονος, ὁ.

Meagre, ἰσχνός, -ή, -όν.
Mouth, στόμα, -ατος, τό.
Muscle, μῦς, μυός, ὁ.

Nail, ὄνυξ, -υχος, ὁ.
Neck, τράχηλος, ὁ.

Nose, ῥίς, -ῑνός, ἡ.
to turn up the nose, μυκτηρίζω.
to blow the nose, ἀπομύσσομαι.

Pain, ὀδύνη, -ης, ἡ.
Palsy, παράλυσις, -εως, ἡ.
Paunchy, φύσκων, -ωνος, or γάστρων, -ωνος, ὁ.
Pleasure, ἡδονή, -ῆς, ἡ.
Porridge, πόλτος, -ου, ὁ.
Pudding, φυστή, -ῆς, ἡ.

Rheumatism, ῥευματισμός, -οῦ, ὁ.
Run, to, τρέχω.

Scab, or itch, ψώρα, -ας, ἡ.
Scratch, to, κνήθω.
Shoulder, ὦμος, -ου, ὁ.
Sinew, νεῦρον, τό.
Skin, δέρμα, -ατος, τό.
Snore, to, ῥέγχω.
Spittle, πτύσμα, -ατος, τό.
Stomach, γαστήρ, -τρός, ἡ.
Stoop, to, κύπτω.
Sugar, σάκχαρον, τό.
Supine, ὕπτιος, -α, -ον.
Swallow, to, καταβροχθίζω.
Sweetmeats, νώγαλα, τά.

Tall, μακρός, -ά, -όν.
Thigh, μηρός, -οῦ, ὁ.
Thin, λεπτός, -ή, -όν.
Throat, λαιμός, -οῦ, ὁ.
Thumb, ἀντίχειρ, -ειρος, ὁ.
Toe, δάκτυλος, -ου, ὁ.
Tooth, ὀδούς, -όντος, ὁ.

Vinegar, ὄξος, -εος, τό.
Vomit, to, ἐμέω.

Walk, to, περιπατῶ.
Wash, to, νίζω, fut. νίψω.
Water, ὕδωρ, -ατος, τό.
Windpipe, λάρυγζ, -υγγος, ὁ.
Wine, οἶνος, ὁ.

(2) DRESS

Belt, ζωστήρ, -ῆρος, ὁ.
Bonnet, πῑλίδιον, -ου, τό.
Boots, κόθορνος, -ου, ὁ.
Bracelet, ψέλλιον, τό.
Breeches, ἀναξυρίδες, -ων, αἱ.
Buckle, περόνη, -ης, ἡ.

Clothes, ἐσθής, -ῆτος, ἡ.
Coat, ἱμάτιον, τό.
Cosmetic, φάρμακον, τό.
Curl, βόστρυχος, ὁ.

Dress, σκευή, -ῆς, ἡ.
Dress, to, ἐνδύομαι, ἀμφιβάλλομαι.

Garter, περισκελίς, -ίδος, ἡ.
Glove, χειρίς, -ίδος, ἡ.
Gown, a lady’s, πέπλος, ὁ.
Greatcoat, περιβόλαιον, -ου, τό.

Hat, πέτασος, -ου, ὁ.

Necklace, περιδέραιον, τό.

Plaid, χλαμύς, -ύδος, ἡ.

Shirt, χιτών, -ῶνος, ὁ.
Shoe, ὑπόδημα, -ατος, τό.
Shoe-tie, ἱμάς, -άντος, ὁ.
Slippers, βλαυτίον, τό.
Stick, βακτηρία, ἡ.

Umbrella, σκιάδειον, τό.
Undress, to, ἀποδύομαι.

Veil, καλύπτρα, ἡ.

(3) CHARACTER AND CONDUCT

Bashful, to be, δυσωποῦμαι.
Benevolence, φιλοφροσύνη, ἡ.
Braggadocio, ἀλαζών, -όνος, ὁ.
Brave, ἀνδρεῖος, -α, -ον.

Careless, ῥᾴθῡμος, -ον.
Cautious, εὐλαβής, -ές.
Clever, εὐμαθής, -ές.
Cowardly, δειλός, -ή, -όν.
Cunning, ποικίλος, -η, -ον.

Dandy, καλλωπιστής, -οῦ, ὁ.
Diligent, φιλόπονος, -ον.

Foolish, ἠλίθιος, -α, -ον.

Gambler, κυβευτής, -οῦ, ὁ.
Gentle, πρᾶος, -εῖα, -ον.

Handsome, εὐειδής, -ές.
Haughty, to be, βρενθύομαι.
High-minded, μεγαλόφρων, -ονος.

Lazy, νωθρός, -ά, -όν.
Learned, πολυμαθής, -ές.

Parsimonious, φειδωλός, -ή, -όν.
Prig, κομψοπρεπής, ὁ.
Prudent, φρόνιμος, -η, -ον.

Rash, προπετής, -ές.
Religious, εὐσεβής, -ές.
Rude, ἀγροικός, -ή, -όν.

Sensible, νουνεχής, -ές.
Shameless, ἀναιδής, -ές.
Snort, to, βριμάομαι.
Squander, to, σπαθάω.
Superstitious, δεισιδαίμων, -ον.
Swindler, φέναξ, -ᾱκος, ὁ.

Thrifty, φειδωλός, -ή, -όν.

Ugly, αἰσχρός, -ά, -όν.

Vain, κενόδοξος, -ον.

Well-mannered, κόσμιος, -α, -ον.
Worship, to, προσκυνέω.

Comments

Log in to leave a comment.

Greek primer, colloquial and constructiveChapter I: Man and His Belongings

0%2 min left in chapter