Skip to content

Chapter IV: The Country and Its Belongings

Text size

Adder, ἔχιδνα, ἡ.
Apple, μῆλον, -ου, τό.
Ass, ὄνος, ὁ and ἡ.

Barn, σιτοβολών, -ῶνος, ὁ.
Bay, κόλπος, ὁ.
Bay tree, δάφνη, ἡ.
Bean, κύαμος, ὁ.
Beech, φηγός, ἡ.
Beetle, κάνθαρος, ὁ.
Berry, κόκκος, -ου, ὁ.
Birch, σημύδα, ἡ.
Bird, ὄρνις, -īθος, ὁ and ἡ.
Blossom, ἄνθη, -ης, ἡ.
Branch, κλάδος, ὁ.
Brier, ῥαχός, -οῦ, ἡ.
Brook, ῥύαξ, ᾱκος, ὁ.
Bull, ταῦρος, ὁ.

Cabbage, κράμβη, ἡ.
Calf, μόσχος, ὁ.
Clay, κέραμος, ὁ.
Clod, βῶλος, ἡ.
Clover, τρίφυλλον, τό.
Cock, or hen, ἀλεκτρυών, -όνος, ὁ or ἡ.
Colt, πῶλος, ὁ.
Cottage, καλύβη, -ης, ἡ.
Cow, βοῦς, βοός, ἡ.
Cow-house, βούσταθμον, τό.

Dike, χῶμα, -ατος, τό.
Ditch, τάφρος, ἡ.
Dog, κύων, -νός, ὁ and ἡ.
Dove-cot, περιστερεών, -ῶνος, ὁ.
Drain, ὀχετός, ὁ.
Duck, νῆττα, -ης, ἡ.
Dung, κόπρος, -ου, ἡ.
Dunghill, κοπρών, -ῶνος, ὁ.

Farmer, γεωργός, ὁ.
Fence, φραγμός, ὁ.
Fern, πτερίς, -ίδος, ἡ, or πολυπόδιον, τό.
Ferry, πορθμεῖον, τό.
Field, ἀγρός, ὁ.
Fir, πίτυς, -υος, ἡ.
Flower, ἄνθος, -εος, τό.
Foam, ἀφρός, ὁ.
Fountain, πηγή, ἡ.
Fox, ἀλώπηξ, -εκος, ἡ.
Frog, βάτραχος, ὁ.
Furrow, ὄγμος, ὁ.

Garden, κῆπος, ὁ.
Goat, τράγος, ὁ.
Goose, χήν, -ός, ὁ.
Gooseberry, ἀγριοσταφύλη, ἡ.
Grape, βότρυς, -υος, ὁ.
dried, σταφίς, -ίδος, ἡ.
Grass, πόα, ἡ.
Grove, ἄλσος, -εος, τό.

Harvest, θερισμός, ὁ.
Hawk, ἱέραξ, -ᾱκος, ὁ.
Heath, ἐρείκη, ἡ.
Hedgehog, ἐχῖνος, ὁ.
Hill, λόφος, ὁ.
Horse, ἵππος, ὁ.
Hunter, κυνηγός, ὁ.

Ivy, κισσός, ὁ.

Lake, λίμνη, ἡ.
Lamb, ἀμνός, ὁ.
Lane, λαύρα, ἡ.
Laurel, δάφνη, ἡ.
Leaf, φύλλον, τό.
Lily, κρῖνον, τό.
white, λείριον, τό.

Marsh, τέναγος, τό.
Meadow, λειμών, -ῶνος, ὁ.
Mine, μέταλλον, τό.
Mole, σπάλαξ, -ακος, ἡ.
Mountain, ὄρος, τό.
Mud, πῆλος, ὁ.
Mule, ἡμίονος, ἡ.

Nursery, φυτώριον, τό.

Oak, δρῦς, δρυός, ἡ.
Ox, βοῦς, βοός, ὁ, ἡ.

Pea, πίσος, ὁ.
Peacock, ταών, -ῶνος, ὁ, or ταῶς, ταῶ.
Pear, ὄγχνη, ἡ.
Pen, or fold, σηκός, ὁ.
Pig, ὗς, ὑός, ὁ and ἡ.
Pigeon, περιστερά, ἡ.
Pig-sty, συφεός, ὁ.
Plough, ἄροτρον, τό.
Potato, γηώμηλον, τό.
Precipice, κρημνός, ὁ.

Rabbit, κύνικλος, ὁ.
Rake, ἄμη, ἡ.
Ravine, φάραγξ, -γος, ἡ.
River, ποταμός, ὁ.
Rock, πέτρα, ἡ.
Root, ῥίζα, ἡ.
Rose, ῥόδον, τό.
Rush, σχοῖνος, ὁ.

Sand, ψάμμος, ἡ.
Settler, κληροῦχος, ὁ.
Sheep, πρόβατον, τό.
Shrub, θάμνος, ὁ.
Slope, κλῖμα, -ατος, τό.
Spade, σκαπάνη, ἡ.
Stable, ἱππών, -ῶνος, ὁ.
Straw, κάλαμος, ὁ.
Strawberry, χαμοκέρασον, τό.

Thicket, δενδρών, -ῶνος, ὁ.
Thorn, ἄκανθα, ἡ.
Toad, φρύνη, ἡ.
Torrent, χειμάρρους, ὁ, or χαράδρα, ἡ.
Tree, δένδρον, τό.
Trout, χριστόψαρον, τό.

Valley, ἄγκος, -εος, τό.
Village, κώμη, -ης, ἡ.

Wag-tail, τροχίλος, ὁ.
Well, φρέαρ, -ᾱτος, τό.
Worm, σκώληξ, -ηκος, ὁ.

THE END

_Printed by_ R. & R. CLARK, _Edinburgh_

Comments

Log in to leave a comment.

Greek primer, colloquial and constructiveChapter IV: The Country and Its Belongings

0%1 min left in chapter