Skip to content

Chapter II: The House and Its Belongings

Text size

Basket, κάλαθος, -ου, ὁ.
Bath, λουτρών, -ῶνος, ὁ, or βαλανεῖον, τό.
Bed, κοίτη, ἡ, or κράβατος, ὁ.
Bed-clothes, στρώματα, τά.
Bedroom, κοιτών, -ῶνος, ὁ.
Bell, κώδων, -ωνος, ὁ.
Bellows, φῦσα, -ης, ἡ.
Book, βίβλος, -ου, ἡ.
Bottle, ἄσκος, ὁ.
Box, λάρναξ, -ᾰκος, ἡ.
Bread, loaf of, ἄρτος, ὁ.
Bread, roll of, ἀρτίδιον, τό.
Bust, προτομή, ἡ.

Cage, κλωβός, ὁ.
Candlestick, λυχνία, ἡ.
Carpet, τάπης, -ητος, ὁ.
Cellar, λάκκος, ὁ.
Chair, ἕδρα, ἡ.
Chest, κίστη, ἡ.
Chimney, καπνοδόκη, ἡ.
Cistern, δεξαμενή, ἡ.
Clock, ὡρολόγιον, τό.
Closet, δίαιτα, ἡ.
Cook, μάγειρος, ὁ.
Court-yard, αὐλή, ἡ.
Cover, or lid, ἐπίθημα, -ατος, τό.
Cradle, λίκνον, τό.
Cup, κύλιξ, -ικος, ἡ.
Curtain, παραπέτασμα, -ατος, τό.

Dining-room, δειπνητήριον, τό.
Door, θύρα, ἡ.

Ewer, πρόχοος, ἡ.

Fire, πῦρ, τό.
Flask, λήκυθος, ἡ.
Floor, δάπεδον, τό.
Foot-stool, ὑποπόδιον, τό.
Foundation, θεμέλιον, τό.

Garret, ὑπερῷον, τό.

Hearth, ἐσχάρα, ἡ.

Ink, μέλαν, -άνος, τό.
Inkstand, μελανοδοχεῖον, τό; καλαμάριον, τό.

Jar, πίθος, ὁ.

Kettle, λέβης, -ητος, ὁ.
Kitchen, μαγειρεῖον, τό.

Lamp, λαμπάς, -άδος, ἡ.
Lavatory, ἀποπατήριον, τό.
Library, βιβλιοθήκη, ἡ.
Lobby, πρόδομος, ὁ.
Lumber-room, γρυτοδόκη, ἡ.

Maid-servant, θεράπαινα, ἡ.
Master of the house, δεσπότης, -ου, ὁ.
Mirror, κάτοπτρον, τό.
Mistress, δέσποινα, ἡ.

Nurse, τροφός, ὁ, ἡ.

Pail, γαυλός, ὁ.
Pane, πλάξ, -ακός, ἡ.
Paper, χάρτης, -ου, ὁ.
Parlour, ἀσπαστικόν, τό.
Pen, κάλαμος, ὁ.
Pencil, γραφίς, -ίδος, ἡ.
Picture, πίναξ, -ακος, ὁ.
Pillow, ὑποκεφάλαιον, τό.
Poker, σκάλευθρον, τό.
Porch, στοά, -ᾶς, ἡ.
Portrait, εἰκών, -όνος, ἡ.
Pot, an earthen, χύτρα, ἡ.

Roof, ὀροφή, ἡ.
Room, οἴκημα, -ατος, τό.

Screen, σκέπη, ἡ.
Servant, οἰκέτης, -ου, ὁ.
Shake-down, στιβάς, -άδος, ἡ.
Shelf, θηκίον, τό.
Shovel, λίστρον, τό.
Sofa, κλίνη, ἡ.
Stairs, κλῖμαξ, -ακος, ἡ.
Statue, ἄγαλμα, -ατος, τό.
Storeroom, ταμιεῖον, τό.
Story, στέγη, ἡ.
Study, a, φροντιστήριον, τό.

Table, τράπεζα, ἡ.
Tongs, πυράγρα, ἡ.
Towel, χειρόμακτρον, τό.

Vessel, ἀγγεῖον, τό.

Wardrobe, ἱματιοφυλάκιον, τό.
Wash-hand basin, χέρνιβον, τό.
Window, θυρίς, -ίδος, ἡ.

Comments

Log in to leave a comment.

Greek primer, colloquial and constructiveChapter II: The House and Its Belongings

0%1 min left in chapter