Skip to content

Chapter III: The Town and Its Belongings

Text size

Abbey, κοινόβιον, τό.
Advocate, συνήγορος, ὁ.
Alderman, σύνεδρος, ὁ.
Alley, _see_ Lane.

Baker, ἀρτοποιός, ὁ.
Bank, τράπεζα, ἡ.
Barracks, στρατόπεδον, τό, or σκηνή, ἡ.
Bazaar, παντοπώλιον, τό.
Beadle, _see_ Verger.
Bell, κώδων, -ωνος, ὁ.
Bishop, ἐπίσκοπος, ὁ.
Bookseller, βιβλιοπώλης, -ου, ὁ.
Bookseller’s shop, βιβλιοπωλεῖον, τό.
Brick, πλινθίον, τό.
Bridge, γέφῡρα, ἡ.
Butcher, κρεουργός, ὁ.

Canal, ὀχετός, ὁ.
Carpenter, ξυλουργός, ὁ.
Castle, ἀκρόπολις, -εως, ἡ, or φρούριον, τό.
Cathedral, καθέδρα, ἡ.
Chapel, σηκός, ὁ.
Church, ἐκκλησία, ἡ.
Churchyard, πολυάνδριον, τό.
Clergyman, κληρικός, ὁ.
Concert, ξυναυλία, ἡ.
Confectioner, πλακουντοποιός, ὁ.
Council, βουλή, ἡ.
Councillor, βουλευτής, -οῦ, ὁ.
Court-house, δικαστήριον, τό.

Deacon, διάκονος, ὁ.
Dispensary, φαρμακεῖον, τό.
Draper, ὀθονιοπώλης, -ου, ὁ.

Elder, πρεσβύτερος, ὁ.

Grocer, ἀρωματοπώλης, -ου, ὁ.
Groom, ἱπποκόμος, ὁ.

Horse, ἵππος, ὁ.
Hotel, πανδοκεῖον, τό.
House, οἴκος, ὁ.

Infirmary, νοσοκομεῖον, τό.

Judge, κριτής, -οῦ, ὁ, or δικασπόλος, ὁ.

Lamp, λαμπάς, -άδος, ἡ.
Lane, or close, λαύρα, ἡ.
Laundry, πλυνός, ὁ.

Market-place, ἀγορά, ἡ.
Mason, λιθοδόμος, ὁ.
Mayor, πολιᾱνόμος, ὁ, or δήμαρχος, ὁ.
Monument, μνημεῖον, τό.

Night-watch, νυκτοφύλαξ, -ακος, ὁ.

Palace, ἀνάκτορον, τό.
Park, παράδεισος, ὁ.
Pastry-cook, πεμματουργός, ὁ.
Pillar, στῦλος, ὁ.
Policeman, περίπολος, ὁ, or τοξότης, -ου, ὁ.
Poor-house, πτωχοδοχεῖον, τό.
Post-office, ταχυδρομεῖον, τό.
Preacher, ἱεροκήρυξ, -υκος, ὁ.
Prison, δεσμωτήριον, τό.
Provost, πρύτανις, -εως, ὁ.

Railway, σιδηρόδρομος, ὁ.
Revenue, πρόσοδοι, αἱ.

Scavenger, κοπρολόγος, ὁ.
School, διδασκαλεῖον, τό.
Shoemaker, ὑποδηματοποιός, ὁ.
Shop, καπηλεῖον, τό.
Station, σταθμός, ὁ.
Statue, ἀνδριάς, -άντος, ὁ.
Steeple, κωδωνοστάσιον, τό.
Store, ἀποθήκη, ἡ.
Street, ὁδός, ἡ.
Suburbs, προαστεῖον, τό.

Tailor, ἱματιουργός, ὁ.
Taxes, τέλη, τά.
Town-clerk, γραμματεύς, -έως, ὁ.
Town-hall, ἀρχεῖον, τό, or πρυτανεῖον, τό.

University, πανεπιστήμιον, τό.

Verger, ῥαβδοῦχος, ὁ.

Waiter, ὑπηρέτης, -ου, ὁ.

Comments

Log in to leave a comment.

Greek primer, colloquial and constructiveChapter III: The Town and Its Belongings

0%1 min left in chapter